Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mixer
01
ανακατεύω, χτυπώ
mélanger ou combiner différents ingrédients pour obtenir une préparation homogène, souvent à l'aide d'un mixeur ou d'un robot
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
mixe
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
mixons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
mixerai
ενεστώτα μετοχή
mixant
παθητική μετοχή
mixé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
mixions
Παραδείγματα
Elle mixe les fruits pour préparer un smoothie.
Αυτή ανακατεύει τα φρούτα για να ετοιμάσει ένα smoothie.
02
αναμιγνύω, μείγνυμι
combiner, équilibrer et harmoniser plusieurs pistes ou enregistrements sonores pour créer un morceau ou une bande finale
Παραδείγματα
Le technicien mixe les différentes pistes pour produire la chanson.
Ο τεχνικός αναμειγνύει τις διαφορετικές πίστες για να παράγει το τραγούδι.
Le mixer
01
μίξερ, αναμίκτης
appareil utilisé pour mélanger, broyer ou réduire en purée des aliments ou des liquides
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
mixers
Παραδείγματα
Le mixer est utilisé pour préparer des smoothies.
Ο μίξερ χρησιμοποιείται για την παρασκευή σμούθι.



























