Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le miroir
01
καθρέφτης, αντανάκλαση
surface polie qui reflète l'image des objets
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
miroirs
Παραδείγματα
Elle se regarde dans le miroir.
Κοιτάζει τον εαυτό της στον καθρέφτη.
02
αντανάκλαση, αντανάκλαση
surface calme qui reflète une image, comme celle de l'eau
Παραδείγματα
Le lac est le miroir du ciel.
Η λίμνη είναι ο καθρέφτης του ουρανού.
03
αντανάκλαση, εικόνα
représentation fidèle ou symbolique de quelque chose
Παραδείγματα
La littérature est le miroir des sociétés humaines.
Η λογοτεχνία είναι ο καθρέφτης των ανθρώπινων κοινωνιών.



























