Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le miroir
[gender: masculine]
01
καθρέφτης, αντανάκλαση
surface polie qui reflète l'image des objets
Παραδείγματα
Le miroir reflète la lumière du soleil.
Ο καθρέφτης αντανακλά το φως του ήλιου.
02
αντανάκλαση, αντανάκλαση
surface calme qui reflète une image, comme celle de l'eau
Παραδείγματα
La mer, au coucher du soleil, devenait un miroir doré.
Η θάλασσα, κατά τη δύση του ήλιου, γινόταν ένα χρυσό κάτοπτρο.
03
αντανάκλαση, εικόνα
représentation fidèle ou symbolique de quelque chose
Παραδείγματα
L' art est souvent un miroir de l' âme.
Η τέχνη είναι συχνά ένας καθρέφτης της ψυχής.



























