minéral
Pronunciation
/mineʀal/

Ορισμός και σημασία του "minéral"στα γαλλικά

01

ορυκτός, που περιέχει ορυκτά

qui contient ou est composé de minéraux
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
minéral
αρσενικό πληθυντικό
minéraux
θηλυκό ενικό
minérale
θηλυκό πληθυντικό
minérales
Παραδείγματα
Le sel minéral est extrait de la mer ou des mines.
Το ορυκτό αλάτι εξάγεται από τη θάλασσα ή τα ορυχεία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store