Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
minutieux
01
επιμελής, λεπτομερής
qui fait attention aux moindres détails avec soin et précision
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus minutieux
συγκριτικός βαθμός
plus minutieux
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
minutieux
αρσενικό πληθυντικό
minutieux
θηλυκό ενικό
minutieuse
θηλυκό πληθυντικό
minutieuses
Παραδείγματα
Il est très minutieux dans son travail de recherche.
Είναι πολύ σχολαστικός στη δουλειά έρευνάς του.



























