Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La minute
[gender: feminine]
01
λεπτό, λεπτό
unité de temps égale à soixante secondes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
minutes
Παραδείγματα
Il est parti il y a cinq minutes.
Έφυγε πριν από πέντε λεπτά.
02
στιγμή, λεπτό
instant très court, un moment bref
Παραδείγματα
Ce minute de silence était poignant.
Αυτό το λεπτό σιωπής ήταν συγκινητικό.
03
πρακτικό, προσχέδιο
document original ou un brouillon préparatoire
Παραδείγματα
Comparez la copie avec le minute pour vérifier.
Συγκρίνετε το αντίγραφο με το πρωτότυπο έγγραφο για επαλήθευση.
minute
01
Περίμενε!
mot utilisé pour demander d'attendre ou de ralentir
Παραδείγματα
Minute! On a oublié le sac!
Λίγο! Ξεχάσαμε την τσάντα!



























