Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La minute
01
λεπτό, λεπτό
unité de temps égale à soixante secondes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
minutes
Παραδείγματα
Attends-moi une minute, s'il te plaît.
Περίμενέ με ένα λεπτό, σε παρακαλώ.
02
στιγμή, λεπτό
instant très court, un moment bref
Παραδείγματα
Attends un minute , je reviens tout de suite.
Περίμενε ένα λεπτό, επιστρέφω αμέσως.
03
πρακτικό, προσχέδιο
document original ou un brouillon préparatoire
Παραδείγματα
L'avocat a préparé le minute du contrat.
Ο δικηγόρος προετοίμασε το πρακτικό της σύμβασης.
minute
01
Περίμενε!
mot utilisé pour demander d'attendre ou de ralentir
Παραδείγματα
Minute! Je n'ai pas fini.
Λεπτό! Δεν τελείωσα.



























