Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
minuscule
01
μικροσκοπικός, πολύ μικρός
très petit par la taille ou par l'importance
Παραδείγματα
Leur village est si minuscule qu' il n' apparaît pas sur la carte.
Το χωριό τους είναι τόσο μικροσκοπικό που δεν εμφανίζεται στον χάρτη.



























