la minori
mi
mi
μι
no
νο
ri
ʁi
ρι
te
τε

Ορισμός και σημασία του "minorité"στα γαλλικά

01

μειονότητα, μικρή ομάδα

un petit nombre de personnes dans un groupe par rapport à la majorité 
la minorité definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La minorité des élèves a échoué à l'examen. 

Η μειονότητα των μαθητών απέτυχε στις εξετάσεις.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store