Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mince
01
λεπτός, αδύνατος
qui est fin ou peu épais
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus mince
συγκριτικός βαθμός
plus mince
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
mince
αρσενικό πληθυντικό
minces
θηλυκό ενικό
mince
θηλυκό πληθυντικό
minces
Παραδείγματα
Il a découpé une tranche mince de fromage.
Έκοψε μια λεπτή φέτα τυρί.
02
λεπτός, αδύνατος
qui a un corps fin, peu de graisse ou de rondeur
Παραδείγματα
Elle est restée mince malgré son âge.
Παραμένει αδύνατη παρά την ηλικία της.
03
ελαφρύς, λεπτός
qui est petit, réduit, presque insuffisant
Παραδείγματα
Il y a une mince chance qu'il accepte.
mince
01
Ανάθεμα!, Ωχ!
mot qu'on utilise pour réagir à quelque chose de négatif ou surprenant sans être grossier
Παραδείγματα
Mince ! J'ai oublié mon portefeuille.
Ανάθεμα! Ξέχασα το πορτοφόλι μου.
02
Ουάου!, Πω πω!
interjection exprimant l'étonnement devant quelque chose d'impressionnant ou d'inattendu
Παραδείγματα
Mince alors ! T'as vraiment fait ça tout seul ?
Ωχ! Το έκανες πραγματικά μόνος σου;



























