le miel
miel
mjɛl
myel
quelaileelleciel

Ορισμός και σημασία του "miel"στα γαλλικά

01

μέλι, μέλι από μέλισσα

substance sucrée et liquide produite par les abeilles 
le miel definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
miel
Παραδείγματα
J'aime mettre du miel dans mon thé. 

Μου αρέσει να βάζω μέλι στο τσάι μου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store