Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le microscope
01
μικροσκόπιο, μικροσκόπιο
instrument qui permet de voir des objets très petits invisibles à l'œil nu
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
microscopes
Παραδείγματα
Le scientifique observe les cellules au microscope.
Ο επιστήμονας παρατηρεί τα κύτταρα κάτω από το μικροσκόπιο.
Λεξικό Δέντρο
microscope
scope



























