le microscope
Pronunciation
/mikʀɔskɔp/

Ορισμός και σημασία του "microscope"στα γαλλικά

01

μικροσκόπιο, μικροσκόπιο

instrument qui permet de voir des objets très petits invisibles à l'œil nu
le microscope definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
microscopes
Παραδείγματα
Il examine chaque détail comme sous un microscope.
Εξετάζει κάθε λεπτομέρεια σαν κάτω από ένα μικροσκόπιο.

Λεξικό Δέντρο

microscope
scope
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store