Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La mi-temps
[gender: feminine]
01
διάλειμμα, ημίχρονο
pause entre deux parties d'un match, notamment au football
Παραδείγματα
La mi-temps dure généralement quinze minutes.
Το ημίχρονο διαρκεί συνήθως δεκαπέντε λεπτά.
02
εργασία μερικής απασχόλησης, εργασία μερικής απασχόλησης
travail avec moins d'heures que le plein temps
Παραδείγματα
Beaucoup de retraités choisissent de continuer à travailler à mi-temps.
Πολλοί συνταξιούχοι επιλέγουν να συνεχίσουν να εργάζονται με μερική απασχόληση.



























