la meute
Pronunciation
/mˈøt/

Ορισμός και σημασία του "meute"στα γαλλικά

01

αγέλη, κυνηγόσυνο

groupe d'animaux de la même espèce qui chassent ensemble
la meute definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
meutes
Παραδείγματα
Une meute de chiens de chasse s' élança dans les bois.
Αγέλη κυνηγόσκυλων έσπευσε στο δάσος.
02

επιθετικό πλήθος, αγέλη

foule agressive ou animée d'un même élan
Παραδείγματα
Une meute d' enfants courait dans la cour.
Αγέλη παιδιών έτρεχε στην αυλή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store