le meurtrier
meurtrier
mœʁtʁije
μœρτριγε

Ορισμός και σημασία του "meurtrier"στα γαλλικά

01

δολοφόνος, φονιάς

qui tue quelqu'un ou cause la mort d'une personne 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
meurtriers
αρσενικό ενικό
meurtrier
θηλυκό ενικό
meurtrière
Παραδείγματα
Le meurtrier a été arrêté par la police. 

Ο δολοφόνος συνελήφθη από την αστυνομία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store