le meurtre
meurtre
mœʁtʁ
μœρτρ

Ορισμός και σημασία του "meurtre"στα γαλλικά

01

δολοφονία, φόνος

action de tuer une personne volontairement et illégalement 
le meurtre definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
meurtres
Παραδείγματα
Il est en prison pour meurtre. 

Είναι στη φυλακή για δολοφονία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store