Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le meuble
01
έπιπλο, επιπλωμένα
objet mobile servant à aménager un logement, comme une table ou une chaise
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
meubles
Παραδείγματα
Ce meuble sert à ranger des livres.
Αυτό το έπιπλο χρησιμεύει για την αποθήκευση βιβλίων.



























