Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le mercredi
[gender: masculine]
01
Τετάρτη, ημέρα των παιδιών
troisième jour de la semaine, souvent associé aux activités pour enfants
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
mercredis
Παραδείγματα
En France, le mercredi est souvent le jour des activités périscolaires.



























