Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le menuisier
01
ξυλουργός, μαραγκός
professionnel qui fabrique, installe ou répare des ouvrages en bois comme les portes, fenêtres, meubles ou escaliers
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
menuisiers
αρσενικό ενικό
menuisier
θηλυκό ενικό
menuisière
neutral form
artisan du bois
Παραδείγματα
Le menuisier fabrique une porte sur mesure.
Ο ξυλουργός κατασκευάζει μια προσαρμοσμένη πόρτα.
LanGeek



























