le menuisier
menuisier
mənɥizje
mēnüizye
merisier

Ορισμός και σημασία του "menuisier"στα γαλλικά

01

ξυλουργός, μαραγκός

professionnel qui fabrique, installe ou répare des ouvrages en bois comme les portes, fenêtres, meubles ou escaliers 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
menuisiers
Παραδείγματα
Le menuisier fabrique une porte sur mesure. 

Ο ξυλουργός κατασκευάζει μια προσαρμοσμένη πόρτα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store