le menton
Pronunciation
/mɑ̃tɔ̃/

Ορισμός και σημασία του "menton"στα γαλλικά

Le menton
[gender: masculine]
01

πηγούνι, πηγούνι

partie du visage sous la bouche
le menton definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
mentons
Παραδείγματα
Elle a reçu un coup au menton.
Έλαβε ένα χτύπημα στο πηγούνι.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store