Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le menton
[gender: masculine]
01
πηγούνι, πηγούνι
partie du visage sous la bouche
Παραδείγματα
Elle a reçu un coup au menton.
Έλαβε ένα χτύπημα στο πηγούνι.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
πηγούνι, πηγούνι