mentir
mentir
mɑ̃t͡siʁ
maatsir
menhirmentor

Ορισμός και σημασία του "mentir"στα γαλλικά

mentir
01

ψεύδομαι, λέω ψέματα

dire quelque chose  qui n'est pas vrai 
mentir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
mens
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
mentons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
mentirai
ενεστώτα μετοχή
mentant
παθητική μετοχή
menti
α΄ πληθυντικό παρατατικού
mentions
Παραδείγματα
Il ment pour éviter les problèmes. 

Αυτός λέει ψέματα για να αποφύγει προβλήματα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store