Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mentir
01
ψεύδομαι, λέω ψέματα
dire quelque chose qui n'est pas vrai
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
mens
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
mentons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
mentirai
ενεστώτα μετοχή
mentant
παθητική μετοχή
menti
α΄ πληθυντικό παρατατικού
mentions
Παραδείγματα
Même s' il est tenté, il ne veut jamais mentir.
Ακόμα κι αν δελεάζεται, δεν θέλει ποτέ να πει ψέματα.



























