la maîtrise
maît
mɛt
met
rise
ʁiz
riz
maîtresse

Ορισμός και σημασία του "maîtrise"στα γαλλικά

01

μεταπτυχιακό, πτυχίο μεταπτυχιακού

diplôme universitaire obtenu après la licence et avant le doctorat 
la maîtrise definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
maîtrises
Παραδείγματα
Elle a obtenu une maîtrise en biologie. 

Απέκτησε ένα μεταπτυχιακό στη βιολογία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store