Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La maîtrise
01
μεταπτυχιακό, πτυχίο μεταπτυχιακού
diplôme universitaire obtenu après la licence et avant le doctorat
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
maîtrises
Παραδείγματα
Elle a obtenu une maîtrise en biologie.
Απέκτησε ένα μεταπτυχιακό στη βιολογία.



























