le maître
maître
mɛ:tʁ
metr
martre

Ορισμός και σημασία του "maître"στα γαλλικά

01

δάσκαλος, καθηγητής

personne qui enseigne, en particulier à l'école primaire 
le maître definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
maîtres
αρσενικό ενικό
maître
θηλυκό ενικό
maîresse
neutral form
enseignant
Παραδείγματα
Le maître explique bien les leçons aux enfants. 

Ο δάσκαλος εξηγεί καλά τα μαθήματα στα παιδιά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store