Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le maçon
01
κτίστης, οικοδόμος
professionnel(le) qui construit et répare les structures en brique, pierre ou béton
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
maçons
Παραδείγματα
Le maçon construit le mur de briques.
Ο κτίστης χτίζει τον τοίχο από τούβλα.
02
μασόνος, ελευθεροτέκτονας
membre d'une société secrète initiatique (franc-maçonnerie)
Παραδείγματα
Le maçon participe à des réunions discrètes dans la loge.
Ο μασόνος συμμετέχει σε διακριτικές συναντήσεις στο λότζ.



























