le maçon
ma
ma
μα
çon
sɔ̃
σο
manon

Ορισμός και σημασία του "maçon"στα γαλλικά

01

κτίστης, οικοδόμος

professionnel(le) qui construit et répare les structures en brique, pierre ou béton 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
maçons
αρσενικό ενικό
maçon
θηλυκό ενικό
maçonne
neutral form
professionnel du bâtiment
Παραδείγματα
Le maçon construit le mur de briques. 

Ο κτίστης χτίζει τον τοίχο από τούβλα.

02

μασόνος, ελευθεροτέκτονας

membre d'une société secrète initiatique (franc-maçonnerie) 
Παραδείγματα
Le maçon participe à des réunions discrètes dans la loge. 

Ο μασόνος συμμετέχει σε διακριτικές συναντήσεις στο λότζ.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store