Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le matériau
01
υλικό, ουσία
substance utilisée pour fabriquer ou construire quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
matériaux
Παραδείγματα
Le bois est un matériau très utilisé en construction.
Το ξύλο είναι ένα υλικό που χρησιμοποιείται ευρέως στην κατασκευή.
02
υλικό, περιεχόμενο
contenu , information ou sujet utilisé pour créer quelque chose, comme un texte, un discours ou un projet
Παραδείγματα
L'enseignant a préparé le matériau pour le cours.
Ο δάσκαλος προετοίμασε το υλικό για το μάθημα.



























