le matériau
maté
matɛ
mate
riau
ʁjo
ryo
paquebotespressotroupeauchevreau

Ορισμός και σημασία του "matériau"στα γαλλικά

01

υλικό, ουσία

substance utilisée pour fabriquer ou construire quelque chose 
le matériau definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
matériaux
Παραδείγματα
Le bois est un matériau très utilisé en construction. 

Το ξύλο είναι ένα υλικό που χρησιμοποιείται ευρέως στην κατασκευή.

02

υλικό, περιεχόμενο

contenu , information ou sujet utilisé pour créer quelque chose, comme un texte, un discours ou un projet 
Παραδείγματα
L'enseignant a préparé le matériau pour le cours. 

Ο δάσκαλος προετοίμασε το υλικό για το μάθημα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store