mastic
mastic
mast͡sɪk
mastsik
mastoc

Ορισμός και σημασία του "mastic"στα γαλλικά

01

ανοιχτό μπεζ, χρώμα μαστίχας

qui désigne une teinte beige clair, proche de la couleur du mastic utilisé en construction ou en bricolage 
mastic definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
mastic
αρσενικό πληθυντικό
mastic
θηλυκό ενικό
mastic
θηλυκό πληθυντικό
mastic
Παραδείγματα
Les murs sont peints en mastic pour éclairer la pièce. 

Οι τοίχοι είναι βαμμένοι σε χρώμα μαστίχας για να φωτίσουν το δωμάτιο.

01

μαστίχα, σφραγιστικό

substance pâteuse utilisée pour coller, remplir des fissures ou étanchéifier des surfaces, notamment en construction ou en bricolage 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Il applique du mastic autour de la fenêtre pour l'étanchéité. 

Εφαρμόζει μαστίχα γύρω από το παράθυρο για στεγανοποίηση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store