Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La marionnette
01
μαριονέτα, κούκλα
objet, souvent en tissu, bois ou plastique, que l'on fait bouger avec les mains, les fils ou une tige pour créer un spectacle
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
marionnettes
Παραδείγματα
Le théâtre de marionnettes est très populaire en Europe.
Το θέατρο κουκλών είναι πολύ δημοφιλές στην Ευρώπη.
02
μαριονέτα, κούκλα
personne ou organisation entièrement contrôlée par quelqu'un d'autre, sans autonomie réelle
Παραδείγματα
Le leader est devenu une marionnette des intérêts économiques.
Ο ηγέτης έχει γίνει μαριονέτα των οικονομικών συμφερόντων.



























