Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mariner
01
μαρινάρω, αποθηκεύω σε μαρινάδα
laisser un aliment, généralement de la viande ou du poisson, dans un mélange de liquide et d'épices pour l'attendrir et lui donner du goût
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
marine
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
marinons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
marinerai
παθητική μετοχή
mariné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
marinions
Παραδείγματα
Elle marine le poulet dans du vin et des herbes avant de le cuire.
Αυτή μαρινάρει το κοτόπουλο σε κρασί και βότανα πριν το μαγειρέψει.
02
μαρινάρω, κολλώ
rester dans une situation inconfortable, attendre longuement sans savoir ce qui va se passer
Παραδείγματα
Elle a mariné toute la journée avant de recevoir la réponse.
Αγωνιούσε όλη τη μέρα πριν λάβει την απάντηση.



























