le mari
mari
maʁi
mari
mardi

Ορισμός και σημασία του "mari"στα γαλλικά

01

σύζυγος, άντρας

homme uni à une femme par le mariage, dans un couple 
le mari definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
mari
αρσενικό ενικό
mari
θηλυκό ενικό
épouse
neutral form
conjoint
Παραδείγματα
Son mari travaille à la banque. 

Ο σύζυγός της δουλεύει στην τράπεζα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store