Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La marge
[gender: feminine]
01
περιθώριο, άκρη
espace vide autour du texte sur une page
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
marges
Παραδείγματα
Les marges supérieures et inférieures doivent être égales.
Τα άνω και κάτω περιθώρια πρέπει να είναι ίσα.
02
περιθώριο
espace entre une limite et ce qui est réellement utilisé
Παραδείγματα
Le projet laisse une marge de manœuvre importante.
Το έργο αφήνει ένα σημαντικό περιθώριο ευελιξίας.



























