Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le marchand de journaux
01
εφημεριδοπώλης, πωλητής εφημερίδων
personne qui vend des journaux et des magazines
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
marchands de journaux
αρσενικό ενικό
marchand de journaux
θηλυκό ενικό
marchande de journaux
neutral form
vendeur de journaux
Παραδείγματα
Le marchand de journaux est ouvert dès six heures du matin.
Ο εφημεριδοπώλης είναι ανοιχτός από τις έξι το πρωί.
LanGeek



























