maquiller
Pronunciation
/makije/

Ορισμός και σημασία του "maquiller"στα γαλλικά

maquiller
01

μακιγιάρωμα, βάζω μακιγιάζ

appliquer du maquillage sur soi
maquiller definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
maquille
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
maquillons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
maquillerai
ενεστώτα μετοχή
maquillant
παθητική μετοχή
maquillé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
maquillions
Παραδείγματα
Les actrices se maquillent dans les coulisses.
Οι ηθοποιοί μακιγιάρονται στα παρασκήνια.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store