maquiller
maquiller
makije
makiye

Ορισμός και σημασία του "maquiller"στα γαλλικά

maquiller
01

μακιγιάρωμα, βάζω μακιγιάζ

appliquer du maquillage sur soi 
maquiller definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
maquille
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
maquillons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
maquillerai
ενεστώτα μετοχή
maquillant
παθητική μετοχή
maquillé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
maquillions
Παραδείγματα
Elle se maquille avant de sortir. 

Αυτή μακιγιάρεται πριν βγει.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store