Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La maquette
01
μακέτα, μοντέλο
reproduction en petite taille d'un objet ou d'un bâtiment pour visualiser sa forme ou son apparence
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
maquettes
Παραδείγματα
L'architecte a présenté une maquette de l'immeuble.
Ο αρχιτέκτονας παρουσίασε ένα μοντέλο του κτιρίου.
02
μακέτα, πρότυπο
représentation provisoire ou ébauche d'un travail pour planifier ou tester des idées avant la réalisation finale
Παραδείγματα
L'artiste a fait une maquette du décor avant de peindre la fresque.
Ο καλλιτέχνης έφτιαξε ένα μοντέλο της σκηνής πριν ζωγραφίσει το τοιχογραφία.



























