le manteau
manteau
mɑ̃to
maato
marteau

Ορισμός και σημασία του "manteau"στα γαλλικά

01

παλτό, κάπα

vêtement long et épais que l'on porte pour se protéger du froid 
le manteau definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
manteaux
Παραδείγματα
Il met son manteau avant de sortir. 

Φοράει το παλτό του πριν βγει.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store