la mansarde
mansarde

Ορισμός και σημασία του "mansarde"στα γαλλικά

01

δαπέδι μανσάρδας, σοφίτα

étage ou pièce aménagée sous un toit brisé, souvent éclairée par des fenêtres de toit, typique des bâtiments à toit mansardé 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
mansardes
Παραδείγματα
Il habite dans une mansarde sous les toits. 

Ζει σε μια σοφίτα κάτω από τις στέγες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store