Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La mansarde
[gender: feminine]
01
δαπέδι μανσάρδας, σοφίτα
étage ou pièce aménagée sous un toit brisé, souvent éclairée par des fenêtres de toit, typique des bâtiments à toit mansardé
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
mansardes
Παραδείγματα
Les anciennes mansardes servaient souvent de logements modestes.
Τα παλιά σοφίτες χρησίμευαν συχνά ως μέτριες κατοικίες.



























