Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le mannequin
01
μοντέλο, μανεκέν
personne dont le métier est de présenter des vêtements ou accessoires, notamment dans la mode
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
mannequins
Παραδείγματα
Le mannequin porte la nouvelle collection sur le podium.
Το μοντέλο φοράει τη νέα συλλογή στην πασαρέλα.



























