Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le manifestant
01
διαδηλωτής, διαμαρτυρόμενος
personne qui participe à une manifestation pour exprimer une opinion ou une revendication
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
manifestants
Παραδείγματα
Les manifestants réclament plus de justice sociale.
Οι διαδηλωτές απαιτούν περισσότερη κοινωνική δικαιοσύνη.



























