la manie
Pronunciation
/mani/

Ορισμός και σημασία του "manie"στα γαλλικά

01

μανία, ιδιοτροπία

habitude répétitive, étrange ou excessive
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
manies
Παραδείγματα
Ma sœur a la manie de collectionner les boîtes vides.
Η αδερφή μου έχει τη μανία να συλλέγει άδεια κουτιά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store