la manie
ma
ma
μα
nie
ni
νι
magiemannemantemamie

Ορισμός και σημασία του "manie"στα γαλλικά

01

μανία, ιδιοτροπία

habitude répétitive, étrange ou excessive 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
manies
Παραδείγματα
Elle a la manie de vérifier dix fois la porte. 

Έχει τη μανία να ελέγχει την πόρτα δέκα φορές.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store