Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le malfaiteur
01
personne qui commet des actes criminels ou illégaux
γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Les autorités ont identifié le malfaiteur grâce aux caméras de surveillance.



























