malentendant
ma
ma
μα
len
lɑ̃
λα
ten
tɑ̃
τα
dant
dɑ̃
ντα

Ορισμός και σημασία του "malentendant"στα γαλλικά

malentendant
01

βαρήκοος, με δυσκολίες ακοής

qui entend difficilement  mais n'est pas complètement sourd 
malentendant definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
malentendant
αρσενικό πληθυντικό
malentendants
θηλυκό ενικό
malentendante
θηλυκό πληθυντικό
malentendantes
θεματικό πεδίο
santé, audition, handicap
Παραδείγματα
Mon voisin malentendant utilise un appareil auditif. 

Ο γείτονάς μου με ακουστικά προβλήματα χρησιμοποιεί ακουστικό βοήθημα.

Le malentendant
01

άτομο με μερική ακοή, άτομο με απώλεια ακοής

personne  atteinte  d'une déficience auditive partielle 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
malentendants
αρσενικό ενικό
malentendant
θηλυκό ενικό
malentendante
neutral form
personne malentendante
Παραδείγματα
Un malentendant peut bénéficier d'appareils auditifs. 

Ένα άτομο με ακουστική αναπηρία μπορεί να επωφεληθεί από ακουστικά βαρηκοΐας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store