mal à l'aise
mal
mal
mal
à
a
a
l'aise
l‿ɛz
lez

Ορισμός και σημασία του "mal à l'aise"στα γαλλικά

mal à l'aise
01

αμήχανος, ανασφαλής

se sentir inconfortable ou gêné dans une situation 
mal à l'aise definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus mal à l'aise
συγκριτικός βαθμός
plus mal à l'aise
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
mal à l'aise
αρσενικό πληθυντικό
mal à l'aise
θηλυκό ενικό
mal à l'aise
θηλυκό πληθυντικό
mal à l'aise
θεματικό πεδίο
émotion, situation, interaction
Παραδείγματα
Il se sent mal à l'aise lors des réunions avec son patron. 

Αισθάνεται αμήχανα κατά τη διάρκεια των συναντήσεων με τον αφεντικό του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store