le mal digéré
mal
mal
mal
digéré
d͡ziʒeʁe
dzizhere

Ορισμός και σημασία του "mal digéré"στα γαλλικά

Le mal digéré
01

δυσπεψία, κακή πέψη

trouble digestif  causé par une mauvaise digestion des aliments 
le mal digéré definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Le mal digéré peut provoquer des douleurs abdominales. 

Η δυσπεψία μπορεί να προκαλέσει κοιλιακούς πόνους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store