Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le mal de mer
01
ναυτία, θαλάσσια ασθένεια
malaise ressenti sur un bateau à cause du mouvement des vagues
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Elle souffre du mal de mer dès que le bateau quitte le port.
Υποφέρει από ναυτία μόλις το σκάφος αφήνει το λιμάνι.



























