Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La majorité
01
πλειοψηφία, πλειονοψηφία
plus grand nombre de personnes ou de voix dans un groupe
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La majorité des citoyens a voté pour le changement.
Η πλειοψηφία των πολιτών ψήφισε υπέρ της αλλαγής.
02
ενηλικίωση, νομική ηλικία
âge auquel une personne est légalement reconnue adulte
Παραδείγματα
Elle a atteint la majorité à dix-huit ans.
Έφτασε στην ενηλικίωση στα δεκαοκτώ χρόνια.



























