la majori
ma
ma
μα
jo
ʒɔ
ζο
ri
ʁi
ρι
te
τε
maturité

Ορισμός και σημασία του "majorité"στα γαλλικά

01

πλειοψηφία, πλειονοψηφία

plus grand nombre de personnes ou de voix dans un groupe 
la majorité definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La majorité des citoyens a voté pour le changement. 

Η πλειοψηφία των πολιτών ψήφισε υπέρ της αλλαγής.

02

ενηλικίωση, νομική ηλικία

âge auquel une personne est légalement reconnue adulte 
Παραδείγματα
Elle a atteint la majorité à dix-huit ans. 

Έφτασε στην ενηλικίωση στα δεκαοκτώ χρόνια.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store