le mail
mail
maj
may
bailaïeailcorail

Ορισμός και σημασία του "mail"στα γαλλικά

01

ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, email

message envoyé par courrier électronique 
le mail definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
mails
Παραδείγματα
J'ai reçu un mail de mon professeur. 

Λάβα ένα μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου από τον δάσκαλό μου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store