Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
magistral
01
αριστοτεχνικός, μαεστρικός
réalisé avec une grande compétence technique
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus magistral
συγκριτικός βαθμός
plus magistral
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
magistral
αρσενικό πληθυντικό
magistraux
θηλυκό ενικό
magistrale
θηλυκό πληθυντικό
magistrales
Παραδείγματα
La chorégraphie magistrale a ébloui le public.
Η αριστοτεχνική χορογραφία εντυπωσίασε το κοινό.
02
εξαιρετικός, εξαίσιος
qui se distingue par son excellence remarquable
Παραδείγματα
Une performance magistrale aux Jeux Olympiques.
Μια αριστοτεχνική απόδοση στους Ολυμπιακούς Αγώνες.
03
αυταρχικός, απολυταρχικός
qui s'exprime avec une autorité incontestée
Παραδείγματα
Son regard magistral glaça l' assemblée.
Το αυταρχικό του βλέμμα παγώσει τη συγκέντρωση.



























