Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
magique
01
μαγικός, μαγική
qui concerne la magie ou qui possède des pouvoirs surnaturels
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
magique
αρσενικό πληθυντικό
magiques
θηλυκό ενικό
magique
θηλυκό πληθυντικό
magiques
Παραδείγματα
Une baguette magique transforme tout ce qu'elle touche.
Ένα μαγικό ραβδί μεταμορφώνει ό,τι αγγίζει.
02
μαγικός, γοητευτικός
qui semble merveilleux, qui fait rêver ou émerveille
Παραδείγματα
La soirée était magique, tout le monde souriait.
Το βράδυ ήταν μαγικό, όλοι χαμογελούσαν.



























