Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
magique
01
μαγικός, μαγική
qui concerne la magie ou qui possède des pouvoirs surnaturels
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
magique
αρσενικό πληθυντικό
magiques
θηλυκό ενικό
magique
θηλυκό πληθυντικό
magiques
Παραδείγματα
Un monde magique s' ouvre derrière la porte.
Ένας μαγικός κόσμος ανοίγει πίσω από την πόρτα.
02
μαγικός, γοητευτικός
qui semble merveilleux, qui fait rêver ou émerveille
Παραδείγματα
Elle a une voix magique qui touche le cœur.
Έχει μια μαγική φωνή που αγγίζει την καρδιά.



























