légal
Pronunciation
/legal/

Ορισμός και σημασία του "légal"στα γαλλικά

01

νόμιμος, νομικός

qui est conforme à la loi
légal definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
légal
αρσενικό πληθυντικό
légaux
θηλυκό ενικό
légale
θηλυκό πληθυντικό
légales
Παραδείγματα
La possession de ce document est tout à fait légale.
Η κατοχή αυτού του εγγράφου είναι εντελώς νόμιμη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store