les lunettes
lu
lu
nettes
nɛt
net
lunette

Ορισμός και σημασία του "lunettes"στα γαλλικά

01

accessoires portés devant les yeux pour mieux voir ou se protéger 

les lunettes definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
lunettes
Παραδείγματα
Il porte des lunettes pour lire. 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store