loyal
loyal
lwajal
lvayal
local

Ορισμός και σημασία του "loyal"στα γαλλικά

01

πιστός, ειλικρινής

qui agit avec droiture et équité 
loyal definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus loyal
συγκριτικός βαθμός
plus loyal
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
loyal
αρσενικό πληθυντικό
loyaux
θηλυκό ενικό
loyale
θηλυκό πληθυντικό
loyales
Παραδείγματα
Il a toujours été loyal dans ses affaires. 

Ήταν πάντα πιστός στις δουλειές του.

02

πιστός, προσκολλημένος

qui respecte ses engagements et reste fidèle 
loyal definition and meaning
Παραδείγματα
Il est toujours loyal envers ses amis. 

Είναι πάντα πιστός στους φίλους του.

03

πιστός, αφοσιωμένος

qui soutient ou défend avec fidélité une organisation, une idée ou un pays 
Παραδείγματα
Les soldats restent loyal à leur pays. 

Οι στρατιώτες παραμένουν πιστοί στη χώρα τους.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store