Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
loyal
01
πιστός, ειλικρινής
qui agit avec droiture et équité
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus loyal
συγκριτικός βαθμός
plus loyal
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
loyal
αρσενικό πληθυντικό
loyaux
θηλυκό ενικό
loyale
θηλυκό πληθυντικό
loyales
Παραδείγματα
Elle a fait preuve d' un esprit loyal dans cette situation difficile.
Έδειξε πιστό πνεύμα σε αυτή τη δύσκολη κατάσταση.
02
πιστός, προσκολλημένος
qui respecte ses engagements et reste fidèle
Παραδείγματα
Être loyal envers sa famille est important.
Το να είσαι πιστός στην οικογένειά σου είναι σημαντικό.
03
πιστός, αφοσιωμένος
qui soutient ou défend avec fidélité une organisation, une idée ou un pays
Παραδείγματα
Être loyal à ses convictions demande du courage.
Το να είσαι πιστός στις πεποιθήσεις σου απαιτεί θάρρος.



























