le livret

Ορισμός και σημασία του "livret"στα γαλλικά

01

φυλλάδιο, βιβλιαράκι

petit livre ou brochure, souvent agrafé, contenant des informations, un programme ou des explications
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
livrets
Παραδείγματα
Un livret publicitaire était glissé dans le journal.
Ένα διαφημιστικό φυλλάδιο είχε γλιστρήσει στην εφημερίδα.
02

βιβλιάριο αποταμιεύσεων, βιβλιάριο καταθέσεων

compte d'épargne et document associé permettant de suivre les dépôts et les intérêts
Παραδείγματα
La banque a modernisé la gestion du livret.
Η τράπεζα εκσυγχρόνισε τη διαχείριση του βιβλιάριου.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store